Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2011

O θάνατος του ευρώ δεν σημαίνει και το τέλος της Ευρώπης


Για χρόνια, τα έθνη πάλευαν να προστατεύσουν την αλληλεγγύη ανάμεσα στα νομίσματά τους. Οι κερδοσκόποι εξαπέλυσαν τότε την επίθεσή τους∙ το ένα μετά το άλλο, τα κράτη εφάρμοσαν προγράμματα λιτότητας ώστε να διασφαλίσουν τη βιωσιμότητα του χρέους τους και να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των διεθνών επενδυτών. Παράλληλα, οξύνθηκε η επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας.

Οι ταραχές πολλαπλασιάστηκαν∙ τα πολιτικά συστήματα κατέρρευσαν, βορά στις εντάσεις που πυροδοτούσαν οι ολοένα και περισσότερες απολύσεις, η ραγδαία αύξηση της ανεργίας και τα αβάσταχτα χρέη. Παρά ταύτα, το ενιαίο νόμισμα θεωρούνταν από πολλούς το καλύτερο μέσο διασφάλισης της σταθερότητας.

Χωρίς αυτό, καμία εμπιστοσύνη στις κυβερνήσεις, στη διαχείριση της οικονομίας, καμία διέξοδος από την οικονομική θύελλα: πάντα το ίδιο ρεφρέν. Κατόπιν όλα αυτά έλαβαν τέλος, σχεδόν εν μια νυκτί. Τα κράτη εγκατέλειψαν το ενιαίο νόμισμα. Οσο πιο σύντομα το έκαναν, τόσο πιο γρήγορα ανέκαμψαν. Καμία από τις τρομερές προβλέψεις περί τέλους του κόσμου όπως τον γνωρίζουμε δεν έγινε τελικά πραγματικότητα.

Η εποχή; Αρχές της δεκαετίας του 1930. Το ενιαίο νόμισμα; Ο κανόνας (ανταλλαγής) χρυσού. Το δράμα που εκτυλίχθηκε πριν από 80 χρόνια μοιάζει πολύ με μια περιγραφή της σύγχρονης Ευρώπης. Η ρήξη του δεσμού με τον χρυσό αποδείχθηκε το καλύτερο μέτρο που μπορούσαν να λάβουν οι πολιτικοί ιθύνοντες. Η Βρετανία το αποφάσισε πολύ νωρίς, από το 1931, και υπέμεινε μόνο μία ήπια ύφεση, αντίθετα με τις ΗΠΑ, που ενέμειναν στον χρυσό με το αρχαίο σύστημα της ισοτιμίας έως το 1933, ή τη Γαλλία που καθυστέρησε ακόμα περισσότερο.

Μόλις διερράγη ο δεσμός με τον χρυσό, ο αποπληθωρισμός και τα μέτρα λιτότητας τερματίστηκαν, το χρέος μειώθηκε, η ανάπτυξη επέστρεψε και η ανεργία υποχώρησε. Ενθυμούμενοι τον κανόνα χρυσού του μεσοπολέμου, όλοι αναρωτήθηκαν σύντομα γιατί θυσιάστηκαν τόσα πολλά σε μια τόσο κακή πολιτική.

Τις ίδιες ερωτήσεις θα θέσουν και οι Ευρωπαίοι έπειτα από την εγκατάλειψη του ευρώ. Γιατί χάσαμε περισσότερο από μια δεκαετία με πολιτικές επιτοκίων υπερβολικά υψηλών για κάποιους, υπερβολικά χαμηλών για άλλους, προκαλώντας ακατάπαυστες μετακινήσεις ανάπτυξης και ύφεσης καθώς και ένα αβάσταχτο χρέος και, τελικά, τραπεζικές καταρρεύσεις; Γιατί ανεχτήκαμε όλα αυτά τα προγράμματα λιτότητας και τα σχέδια διάσωσης ενώ, στην πραγματικότητα, είχαμε ελάχιστα να κερδίσουμε;

Το ευρώ παρουσιάστηκε στους ψηφοφόρους ως μια πολιτική χωρίς εναλλακτική λύση∙ είναι στην πραγματικότητα μια κακοφτιαγμένη συμφωνία, περισσότερο ένα πολιτικό σύμβολο παρά ένα σοβαρό οικονομικό εργαλείο. Τα κράτη-μέλη της ΕΕ μετρούν έντεκα νομίσματα: το ευρώ και τα δέκα άλλα εθνικά νομίσματα των κρατών-μελών που δεν προσχώρησαν στην Οικονομική και Νομισματική Ενωση (ΟΝΕ).

Η ΕΕ δεν θα διαλυθεί αν ο αριθμός των νομισμάτων περάσει από τα 11 στα 12 ή τα 15. Το ευρώ δεν μπορεί να επιζήσει παρά μόνο αν οι γερμανοί, αυστριακοί, ολλανδοί και φιλανδοί φορολογούμενοι είναι πρόθυμοι να υπογράψουν λευκή επιταγή∙ ή αν εφαρμοστούν οικονομικές μεταρρυθμίσεις και σχέδια λιτότητας τρομακτικού εύρους. Καμία από αυτές τις εναλλακτικές λύσεις δεν είναι πολιτικά βιώσιμη.

Θα χρειαστούν ακόμα μερικά σχέδια διάσωσης και ακόμα μερικά χρόνια στους πολιτικούς ιθύνοντες για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, αλλά οι ευρωπαίοι ψηφοφόροι αντιδρούν ολοένα και περισσότερο. Οταν για ακόμα μια φορά αποτιμηθεί σε όλο το μέγεθός του το πραγματικό οικονομικό και πολιτικό κόστος της «διάσωσης του ευρώ», η εγκατάλειψή του θα καταστεί αναπόφευκτη.

Θα βιώσουμε τότε μια επιστροφή στο νομισματικό τοπίο προ του 1999. Κάποιες χώρες θα ευθυγραμμιστούν με τη νομισματική πολιτική της Γερμανίας, είτε μοιραζόμενες το ίδιο νόμισμα είτε μιμούμενες όσα κάνει η Φρανκφούρτη. Είναι το μέλλον της Ολλανδίας, της Φιλανδίας, της Αυστρίας, ίσως ακόμα και των σκανδιναβικών χωρών. Τα κράτη της Νότιας Ευρώπης θα προσκολληθούν σε ό,τι θα έχει απομείνει από το ευρώ. Τα επιτόκια θα προσαρμοστούν∙ η ανάπτυξη θα επιστρέψει∙ η ανεργία θα μειωθεί∙ οι κερδοσκοπικές φούσκες θα γίνουν σπανιότερες.

Κάποιες χώρες θα βρεθούν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής, και ορισμένες τράπεζες θα γίνουν πιθανότατα αντικείμενο μιας αναπόφευκτης εθνικοποίησης, όπως συνέβη στις σκανδιναβικές χώρες στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Το ευρώ θα χάσει την αξία του απέναντι στο νέο deutsche mark∙ οι ιταλικές, γαλλικές και ισπανικές εξαγωγές θα γίνουν περισσότερο ανταγωνιστικές και τα γερμανικά πλεονάσματα εξαγωγών θα καταρρεύσουν, μειώνοντας έτσι τις οικονομικές ανισότητες στους κόλπους της ΕΕ.

Ταυτόχρονα, οι διακοπές στη Μεσόγειο, το γαλλικό κρασί και τα ιταλικά αυτοκίνητα θα γίνουν περισσότερο προσβάσιμα σε Ολλανδούς, Δανούς και Γερμανούς. Δεν είναι αναπαράσταση μιας οικονομικής αποκάλυψης: είναι ο τρόπος με τον οποίο θα έπρεπε να λειτουργεί η εξυγίανση.

Το να έχουν οι Ευρωπαίοι τα ίδια νομίσματα στο πορτοφόλι τους αποδείχθηκε κακή ιδέα. Δεν κατάφερε να επιτύχει τον μοναδικό της στόχο, να κάνει τη ζωή των Ευρωπαίων καλύτερη. Η εγκατάλειψη του ευρώ θα είναι λιγότερο επιζήμια για το ευρωπαϊκό σχέδιο από ό,τι αποδείχθηκαν πολλές «χαμένες δεκαετίες» ανεργίας, τέλματος, λιτότητας και ταραχών. Η ΕΕ είναι πολύ περισσότερα από μια νομισματική ένωση, η Ευρώπη είναι πολύ περισσότερα από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Οι ευρωπαίοι πολίτες το γνωρίζουν, αλλά οι πολιτικοί ιθύνοντες πρέπει να αναγνωρίσουν πως αυτό το γεμάτο αίγλη σχέδιο, παρότι το αγαπούν, δεν ανταποκρίνεται στο μέλλον της Ευρώπης.

Ο Χοακίμ Βοτ είναι καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Pompeu Fabra της Βαρκελώνης και διευθυντής της «The European Review of Economic History».


tanea.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου